Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Παρταλιασμένη Τετάρτη (εκ του "παρτάλι" και ουχί του "πάρτυ")


Γυρνάς από τη δουλειά κουρέλι. Ένα πατσαβούρι και μισό. Τα ρούχα σου σε ενοχλούν, έχουν «ξεχειλώσει» πάνω σου από τις τόσες ώρες που τα φοράς (11). Θες να βγάλεις το βρακί σου και να το βάλεις ξανά αύριο πριν πας στη φάμπρικα, να φας, να κατουρήσεις χωρίς να σκέφτεσαι ότι σε ακούει ο συνάδελφος που πάει στην κουζίνα, δίπλα στις τουαλέτες, για να πιει νερό, θες να ακούσεις το mp3 που κατέβασες και δεν μπόρεσες όλη μέρα γιατί ντρέπεσαι να ακούς Βρεττό στο γραφείο αλλά δεν το παίζουν και τα ραδιόφωνα γιατί δεν είναι στη λίστα (μεγάλη συζήτηση αυτή, θα την κάνω κάποια στιγμή μονόπλευρα) και γενικά θες να πας και να σαπίσεις λίγο σπίτι σου γιατί είχες αρχίσει να σαπίζεις στο γραφείο το τελευταίο δίωρο και μύριζες ψόφιο.

Μπαίνεις σπίτι, ορμάει ο σκύλος να σε χαιρετήσει, λόγω υψους σου και του, όπως πηδάει σε πετυχαίνει ΑΚΡΙΒΩΣ στην «οικογένεια», σιχτιρίζεις, πάει στην καρέκλα του γιατί ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ; σ’ αυτό το σπίτι μένει τέσσερα χρόνια, σε έχει μάθει πια και πλέον μπορείς άνετα να βγάλεις τα ομολογουμένως πολύ άνετα παπούτσια σου αλλά την καθόλου άνετη βερμούδα σου και να αφήσεις την κοιλιά σου να κάνει μπόινγκ-μπόινγκ ανενόχλητη όπως περπατάς προς την κουζίνα.

Πίνεις τρεις γουλιές από τη ρημαδοκόκκινη κοακόλα που σου έφερε ο ντελιβεράς προχτες με την πίτσα και σκέφτηκες να ρίξεις στις (ήδη ξερές) γλάστρες να δεις τι θα γίνει (ΜΙΡΑΚΟΛΟ ΜΙΡΑΚΟΛΟ ΖΩΝΤΑΝΕΨΕ Ο ΦΙΚΟΣ ΜΠΕΝΤΖΑΜΙΝ – ούτε καν) και σκέφτεσαι τι να φας. Βλέπεις τις εναπομείνασες λουκανόπιτες (ΕΤΣΙ ΤΙΣ ΛΕΓΑΜΕ ΕΜΕΙΣ ΣΤΑ ΣΕΡΡΑΣ, ΘΕΣ ΚΑΤΙ;) που έψησες χτες και έφαγες αλλά το μετάνιωσες γιατί η λαδίλα τους δεν περιγράφεται που ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΕΣ να φας 6 μικρά νανού (3 bueno 3 πραλίνα ως σωστός ψυχαναγκαστικός) και να πιεις και μισό λίτρο από την προαναφερθείσα κοακόλα και λες να τους δώσεις ΑΛΛΗ μια ευκαιρία ως άλλη Κατερίνα Κούκα απέναντι στην αυθάδη Άσπα Τσίνα με το αέναο τσιγαράκι της. Λες «του πούστη, όταν ήμασταν μικρά, αυτά τα πιτοειδή πάντα ήταν καλύτερα την επομένη του πάρτυ γενεθλίων που έμεναν και παρακαλάγαμε τη μάνα μας να μας τα δώσει και να μην τα πάει στη γειτόνισσα «για τον Γιαννάκη που δεν ήρθε γιατί είχε πυρετό». «ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΤΑ ΦΑΕΙ, ΘΑ ΤΟΥ ΦΤΑΣΕΙ 40» σκεφτόσουν και τα μάτια σου τρεμοπαίζανε όπως της Κάντι-Κάντι όταν έβλεπε τον Άντονι ή της Μπρουκ όταν έβλεπε τον Ριτζ. Δεν ξέρω ποια ήταν πιο παθιάρα.

Την κόβεις μπουκιά μπουκιά (όχι την Μπρουκ, την λουκανόπιτα), την βάζεις στο πιάτο γιατί θέλεις να φας και σαν άνθρωπος ότι σαν ζώο απο το ταψί πάνω απ’την λαδόκολλα, και πας να προσφαϊσεις μια μπουκιά ψωμί...

ΕΝ-ΝΟ-ΕΙ-ΤΑΙ ο σκύλοτας σε κοιτάει και μετράει τις μπουκιές σου. 

Οφ Κορς.

Τελικά όχι, δεν ήταν καλύτερη μπαγιάτικη. Ήταν το ίδιο χάλια με χτες. Το έχεις μετανιώσει και σκέφτεσαι ότι έχεις φάει πάλι σαν κτήνος αυτές τις μέρες και όχι δεν θα σου κάνουν οι βερμούδες σου αλλά δεν έχεις και χρόνο να πας να πάρεις άλλες, άμεσα. Τα λεφτά μου τρέχουν από τα μπατζάκια των στενών βερμούδων είναι η αλήθεια. Προχτές βρήκα ένα δεκάευρω μέσα σε μια τσέπη και για λίγο δάκρυσα. Τέτοια χαρά, χρόνια είχα να πάρω, που λέει και το tv spot για το αδυνατιστικό τσάι.


Κάθεσαι να γράψεις για τις ταινίες που βγαίνουν αύριο για το cinephile. Και που θα τα γράψεις, σκέφτεσαι, τα διαβάζει κανείς; Αλλά χέστηκες. Μήπως κι αυτό εδώ θα το διαβάσει κανείς; Εκεί λοιπόν που κάθεσαι και γράφεις τα τρελά σου για τις χελώνες νίντζα, τσουπ, σου βγαίνει και blog post για τον desperate… #inception

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου