Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Το Πάσχα της γιαγιάς και τα Χριστούγεννα του παππού.

Σήμερα το πρωί έφυγε ο παππούς. Εννιά και κάτι μήνες μετά τη γιαγιά.

Πιστεύω πως το ήθελε. Νομίζω πως δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον χαμό της, που παρ’ ότι δεν ήταν ξαφνικός. Η Στεργιανή («Γκιάνη» για τις συγχωριανές της) παιδευόταν για μήνες από την ανεπάρκεια των οργάνων της και είχε μείνει μισή. Τόσο που όταν την είδα για πρώτη - και τελευταία φορά μετά από αρκετούς μήνες - στο σπίτι, πριν την πάει το γραφείο τελετών στην εκκλησία, δεν την αναγνώρισα. Ήταν τέτοιο το σοκ που ήθελα να ρωτήσω τον αδερφό μου αν κι εκείνος είχε ξαφνιαστεί από την αλλαγή της, όταν την είδε έναν μήνα περίπου πριν. Δυστυχώς, εκείνος λόγω μεγαλύτερης απόστασης απ’ ότι χωρίζει εμένα από το πατρικό μας, δεν μπόρεσε να έρθει κι από τα τέσσερα εγγόνια, στην κηδεία της γιαγιάς ήμασταν τα δύο. Στον παππού αύριο, θα είναι μόνο ο ένας, επειδή μένει σε διπλανή πόλη και μπορεί να πάει άμεσα.

Ο παππούς Μήτσος, μετά τον χαμό της γιαγιάς, είχε χάσει τον εαυτό του. Δεν έτρωγε, δεν ήθελε να βγαίνει από το σπίτι, ήταν χαμένος στις σκέψεις του και πολλές φορές του μιλούσες και δεν συνειδητοποιούσε καν ποιος είναι αυτός που του απευθύνει τον λόγο ή τι ώρα της μέρας είναι. Δεν είχε πάθει κάποιο εγκεφαλικό, απλά είχε μείνει ένα κεφάλι χωρίς λαιμό.

Ο λαιμός ήταν η γιαγιά. Εκείνη όριζε τα πάντα.

Εκείνη ήταν ο γενικός κουμανταδόρος, όπως συνηθίζαμε να λέμε. Μεγαλύτερη του κατά 8 χρόνια (παλαιότερα της κάναμε πλάκα πως το «τύλιξε το πιπινάκι») η γιαγιά ήταν αρκετά σκληρός άνθρωπος αλλά μόνο με τους ξένους. Εμάς δεν μας είχε μαλώσει παρά 1-2 φορές στα τόσα χρόνια που μας άφηναν οι γονείς για Πάσχα και Χριστούγεννα ή τα καλοκαίρια, που βαριόμασταν στην πόλη. Μόνο υπομονή και αγάπη είχε. Το μόνο που δεν προλάβαμε να κάνουμε με τη γιαγιά ήταν να μας μάθει περισσότερα βουλγάρικα, που ήξερε και μιλούσε λόγω της Κατοχής. Τα έχουν μάθει οι γονείς μας αλλά εμείς όχι, για να μπορούν να μιλούν μπροστά μας και να μην τα καταλαβαίνουμε. Πλέον όχι, αλλά η γνώση παραμένει.

Η γιαγιά ήταν τσακάλι! Θυμάμαι, παρά το ότι ήταν πάνω από 65, κάποια μέρα εμφανίστηκε ένας ξένος να της ζητήσει χρήματα για να μας τα φέρει, επειδή ντεμέκ είχαμε πάθει κάποιο σοβαρό ατύχημα. Στιγμή δεν ψάρωσε η γιαγιά. «Αν είχε συμβεί κάτι στην κόρη μου, θα με ενημέρωνε» είπε και του έκοψε τον βήχα.
Μια άλλη φορά πάλι, είχε δώσει στέγη και τροφή σε δύο μετανάστες (παράνομους) από την Αλβανία, ως να μπορέσουν να συνέλθουν και να φύγουν για Ιταλία. Έπεσαν όλοι να τη φάνε. «Κι αν είναι επικίνδυνοι; Αν σας κλέψουν;». Εκείνη ήταν αποφασισμένη «Τίποτε δεν θα μας κάνουν, είναι καλά παιδιά» είπε και έκοψε ΚΑΙ στις κόρες της τον βήχα. Τελικά όντως, οι δύο νεαροί έφυγαν για την Ιταλία όπου και εγκαταστάθηκαν. Μάλιστα την είχαν πάρει και τηλέφωνο 2-3 φορές τον πρώτο καιρό να δουν τι κάνει.

Αυτός ο άνθρωπος έλειπε στον παππού από το Πάσχα φέτος που μας άφησε, κι ενώ η μάνα μου με τη θεία μου πήγαιναν κάθε μέρα για να του μαγειρεύουν, να του κάνουν παρέα και να τον βοηθούν με ότι χρειάζεται στο σπίτι , εκείνος δεν έδειχνε σημάδια βελτίωσης. Συνέχιζε τα αντικαταθλιπτικά και χανόταν όλο και περισσότερο.

Όταν μπήκε στο νοσοκομείο, πριν είκοσι μέρες περίπου, είχε ανεπάρκεια στους πνεύμονες (πάντα ήταν το ευαίσθητο σημείο του παρά το ότι δεν κάπνιζε) και στην καρδιά (είχε κάνει επέμβαση πριν καμιά εικοσαριά χρόνια). Για να μπορέσει να κάνει restart, τον έβαλαν σε τεχνητό κώμα, από το οποίο χωρίς φάρμακα έκανε τρεις ημέρες για να συνέλθει. Τελικά λίγες μέρες μετά, έφυγε, για να πάει να συναντήσει την γυναίκα του, η οποία πιστεύω ότι θα είχε την ίδια ακριβώς εξέλιξη αν είχε φύγει πρώτος ο παππούς. 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ, όταν ο Μήτσος ήταν στο νοσοκομείο για την καρδιά του και η γιαγιά έμενε στο σπίτι μας, δεν κοιμόταν τα βράδια. Όσα βράδια ήταν εκείνος μέσα, εκείνη έμενε καθιστή στο κρεβάτι, αμίλητη. Ούτε καν τα πόδια της δεν ανέβαζε επάνω. Δεν έτρωγε αλλά δεν έπινε ούτε και νερό. Τότε, ήμουν μικρός, μου φαινόταν αστείο που ξυπνούσα το πρωί στο διπλανό κρεβάτι κι εκείνη ήταν στην ίδια θέση που την είχα αφήσει το προηγούμενο βράδυ. Τώρα εκτιμώ την ανησυχία της και την αγάπη που είχε για τον άντρα της, την αγάπη που εκείνος ένιωθε και χωρίς εκείνη πλέον δεν μπορούσε να ζήσει.

Γειά σου παππού. Μακάρι να είχα προλάβει να σε δω πριν φύγεις. Ούτε ένα τηλέφωνο δεν σε πήρα τους τελευταίους μήνες και δεν θα μου το συγχωρήσω ποτέ. Δώσε κι ένα φιλί στη γιαγιά όταν τη δεις και πες της συγνώμη που δεν παντρεύτηκα όσο ακόμα μπορούσε να χορεύει, όπως μου έλεγε κάθε φορά που με έβλεπε και περίμενε τη μασταγκόνγκα*.


 *η φιλενάδα στη βουλγάρικη διάλεκτο που μιλούν στα χωριά των Σερρών που ήταν υπό βουλγαρική κατοχή το 40.