Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Οι φίλοι περνούν, μαμά...


Έτσι όπως είμαι στο μισοσκόταδο Παρασκευή βράδυ και πίνω την κρύα μπύρα μου (καλά μη φανταστείς, αυτό το ξέπλυμα με το λεμόνι πίνω) σκέφτομαι τους φίλους που περνάνε απο τη ζωή μας: αυτούς που διώξαμε οι ίδιοι απο κοντά μας προσπαθώντας πολύ, αυτούς που μας κούρασαν και τους κόψαμε λίγο λίγο ("αλλάξαμε θέση, μ' αρέσει - μ' αρέσει" που έλεγε και η Αλέξια) και τελικά ποιοι έμειναν κοντά μας και πως "έδεσε το γλυκό".

Σίγουρα όλοι έχουμε γνωρίσει κάποιον που αμέσως νιώσαμε το "δεν θέλω να χάσω επαφή με αυτόν τον άνθρωπο" γιατί μας έκανε κλικ ο τρόπος σκέψης του, το χιούμορ του, η αισθητική του και ίσως και η εξωτερική του εμφάνιση. Εγώ θυμάμαι να είναι 4-5 το πολύ. Μπαμ! Στιγμιαία. Χωρίς πολλά γιατί και επειδή. Μην ρωτήσεις πόσοι μου έμειναν, πικρή ιστορία… (Δεν τους έδιωξα με βλακείες, απλά μετακόμισα και δεν είμαι φαν των τηλεφωνημάτων).

Είναι κάτι παραπάνω απο σίγουρο πως όλοι έχουμε νιώσει οτι έχουμε βρεθεί στην απέναντι θέση, να μας κυνηγάνε δηλαδή για να κρατήσουμε επαφή (κι εμείς να πνιγόμαστε απο την τόση προσπάθεια) με αποτέλεσμα απο ένα σημείο και μετά να μην θέλουμε ούτε να ακούμε για τον wannabe κολλητό. Block και delete! ASAP! 
(Εγώ θυμάμαι μια φορά να με "κυνηγάνε" για να μιλήσω στο τηλ/νο. Δεν θέλω χριστιανέ μου! Με το ζόρι… και κακώς είχε και το κινητό μου. Που το βρήκε δεν ξέρω).

Τέλος είναι και οι φίλοι που έχουμε στη ζωή μας που μπορεί να ξεκίνησαν απο κάποια απο τις 2 πιο πάνω κατηγορίες αλλά κάπως "την είδαν αλλιώς" και άλλαξε το "παραμύθι" στη διαδρομή. Βρισκόμαστε, τα πίνουμε (τα παραπίνουμε ίσως θα μπορούσα να πω) χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια και πίεση. Απλά ίσως και να ήταν η μοίρα μας απο προηγούμενη ζωή να είμαστε δεμένοι με αυτά τα πρόσωπα. Δεν ξέρω. (Εδώ δεν ξέρω τι ήμουν στην προηγούμενη ζωή μου, θα ξέρω και με ποιούς έκανα παρέα;)

Με χάλασε αυτή η μπύρα. Πείνασα. Δεν θυμάμαι και τι έχει στο ψυγείο. Να θυμηθώ να μην ξαναπιώ (είπε αφού άδειασε την εξάδα).

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Τα κυριακάτικα απογεύματα τελικά δεν ήταν αυτό που περίμενα...

Πέρασα πολλά χρόνια στο πήγαινε-έλα. Σε μια σχέση που έκανε πλούσιο τον ΟΣΕ, τα ΚΤΕΛ και λίγο τα αεροπλάνα.  Σε βαπόρι ευτυχώς δεν είχε χρειαστεί να ανέβω. Θυμάμαι να φεύγω Κυριακές, παραμονές Χριστουγέννων και Πάσχα, να προσπαθώ να προλάβω να μπω σε ένα βαγόνι τρένου για να διανύσω τη μισή Ελλάδα, έχοντας αφήσει πίσω κάποιο αγαπημένο πρόσωπο για να δω κάποια άλλα. Πολλά χρόνια έτσι.

Μάλιστα, έχω κάνει και Χριστούγεννα ανήμερα σε τρένο, το πιο τρελό δρομολόγιο: 600χλμ προσπαθώντας να εξοικονομήσω όσον περισσότερο χρόνο μπορούσα για να είμαι κοντά στον άνθρωπό μου.
Όλες αυτές τις μέρες λοιπόν που με τη βαλίτσα μου ξεκινούσα για να επιστρέψω στη βάση μου, αφήνωντας την Αθήνα, σκεφτόμουν τι να κανουν άραγε οι χιλιάδες των ανθρώπων τέτοια ώρα, τέτοια μέρα, που δεν χρειάζεται να ταξιδέψουν αλλα είχαν την πολυτέλεια να ζήσουν τη νωχελικότητα (αν θες και βαρεμάρα) της Κυριακής στο σπίτι τους. Να ζήσουν δηλαδή την "Κυριακίλα" χωρίς να πρέπει να προλάβουν κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς, να αγχωθούν για τη βαλίτσα τους ή να βρεθούν να κάνουν στάση στη μέση του πουθενά κάπου έξω απ'τη Λαμία.
Πάντα το έβλεπα ειδυλλιακά: οτι ήταν στα ζεστά τους σπίτια και περνούσαν τον χρόνο τους παρέα με τις οικογένειες τους. Τα καλοκαίρια σκεφτόμουν οτι κατέβαιναν βόλτα στο αρχαιολογικό κέντρο, έκαναν περιπάτους γελώντας δυνατά με την καρδιά τους και διασκέδαζαν σαν να μην υπήρχε στην ατμόσφαιρα η μιζέρια της Κυριακης.
Εγω πάλι, όταν έφτανα στο ήσυχο και μοναχικό διαμερισμά μου, ανανεωμένος απο το ταξίδι, αναλογιζόμουν όλα όσα έκανα αυτήν τη φορά και σχεδίαζα τι θα μπορούσα να κάνω την επόμενη. Πάντα ήλπιζα να ξεκλέψω λίγο χρόνο παραπάνω.

Τώρα, που δεν χρειάζεται να ταξιδεύω κάθε εβδομάδα και με βρίσκει στη βάση μου το βράδυ της Παρασκευής, μπορώ να πω με σιγουριά πως το απόγευμα της Κυριακής δεν είναι καθόλου όπως το φανταζόμουν. Πάντα, αν πάει 17.00 σκέφτομαι "πότε πέρασε η ώρα;;;". Στις 23.00 δε, πέφτει το πλάκωμα στο στήθος και η ελπίδα για το επόμενο ΣΚ να ξεκουραστώ περισσότερο.