Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Σειρά 301, Πυροβολικάριος, Παρανέστι Δράμας: 7 χρόνια φαγούρας.

Σήμερα είναι 2 Νοεμβρίου, 2014.

Πριν απο 7 χρόνια, τέτοιες μέρες ήμουν στο πατρικό μου και ετοιμαζόμουν να μπω στον στρατό. Στις 6 Νοεμβρίου συγκεκριμένα, στο Παρανέστι Δράμας.
Ένας κόμπος στο στομάχι είναι αυτό που θυμάμαι. Ένας κόμπος που δεν λυνόταν με τίποτα.
Το άγνωστο με τρόμαζε περισσότερο. Το οτι ήταν κάτι που δεν είχα αντιμετωπίσει ξανά στην ζωή μου.
Θυμάμαι πως ρωτούσα τον αδερφό μου “ωραία, περνάω την πύλη, ελέγχουν τα χαρτιά μου, και είμαι οκ. Μετά;”
“Μετά, θα σας δώσουν ρούχα, θα σας μαζέψουν, θα σας πάνε στους κοιτώνες να τακτοποιηθείτε και θα σας πουν πως θα περάσει η μέρα”.
Τι άγχος χριστέ μου. Νομίζω δεν κοιμήθηκα όλη την προηγούμενη νύχτα.
Με πήγε ο πατέρας μου. Δεν θυμάμαι να ήταν συγκινημένος. Και να ήταν δεν θα το έδειχνε. Εγω κλασικά πρέπει να ήμουν σαν να έχω καταπίει ένα στυλιάρι. Άκαμπτος και σοβαρός. Ήμουν 26, είχα περάσει 6 χρόνια σε μια ξένη πόλη για σπουδές αλλά και πάλι αυτό το περιβάλλον μου έφερνε τρομερή ανασφάλεια. Ίσως επειδή δεν ήθελα να φανούν οι αδυναμίες μου στους άλλους, ίσως επειδή είχα συνηθισει να έχω τον έλεγχο της ζωής μου, κάτι που ήξερα οτι δεν θα ίσχυε εκεί μέσα.
Δεν θυμάμαι πολλά απο τον πρώτο καιρό στο κέντρο. Θυμάμαι οτι πήρα 2 ΠΣΚ άδεια, χωρίς να θυμάμαι το γιατί (παίζει να ήμουν βύσμα και να μην το έχω συνειδητοποιήσει ακόμη) και θυμάμαι πως πριν την ορκομωσία ήμουν στα μαγειρία αγγαρεία και στο τσακ πρόλαβα να ετοιμαστώ για την τελετή. Να την κάνει ο Θεός τελετή.
Αυτό που θυμάμαι όμως ήταν το πρώτο επισκεπτήριο. Πριν πάρουμε άδεια.
Μπορεί να ήμασταν και 250 φαντάροι, σαν τα λιοντάρια στο κλουβί, που μας κατέβαζαν ανα 50 στην πύλη για να δούμε τους δικούς μας που είχαν έρθει. Οι επισκέπτες, γαντζωμένοι πάνω στην περίφραξη, να προσπαθούν να αναγνωρίσουν το παιδί τους μέσα στη χακί θάλασσα. Και μόλις αρχίσαμε να κατεβαίνουμε προς την είσοδο του κέντρου, στα ηχεία άρχισε να παίζει το “μείνε λίγο στη γραμμή” του Ρέμου. Πόσο σαδιστής αυτός που το επέλεξε; Ακόμη και τωρα νιώθω ένα σφίξιμο όταν το ακούω. Το έχω συνδυάσει με εκείνη τη μέρα.
Οι δικοί μου είχαν αργήσει λίγο και τους περίμενα γύρω στα 10 λεπτά ως να εμφανιστούν. Οι γονείς μου και ο αδερφός μου με την έγκυο γυναίκα του. Αυτό το συναίσθημα της προσμονής ως να δεις το πρόσωπο που περιμένεις, δεν το έχω ξαναζήσει τόσο έντονο μετά απο εκείνη την ημέρα. Οι άντρες της οικογένειας ψύχραιμοι. Η μανα μου μόλις με είδε, χαμογέλασε, γύρισα την πλάτη μου να χαιρετήσω τη νύφη μου και όταν την ξανακοίταξα φορούσε γυαλιά ηλίου, να μην δω τα μάτια της που γέμισαν δάκρυα και λυγίσω κι εγώ. Έκανα πως δεν καταλαβα τι έγινε.
Δεν ήμουν σε κατάσταση να κάνω χιουμορ εκείνη την ημέρα. Προσπαθούσαν να ελαφρύνουν λίγο το κλίμα αλλά μάταια. Άκαμπτος, σαν παγωμένος εγώ, ακόμη και στις φωτογραφίες που βλέπω σήμερα, θυμάμαι πόσο σφιγμένος ήμουν. Τελείωσε το επισκεπτήριο, πέρασαν οι μέρες κι εγώ, που είχα μάθει να λειτουργώ αυτόνομα, σκεφτόμουν μόνο πως θέλω να γίνω πουλί και να πετάξω μακρυά απ’αυτό το κλειστό περιβάλλον που πρέπει να υποστώ για ακόμη 11 μήνες.
Στο δεύτερο ΠΣΚ που βγήκα, κοντά στα τέλη Νοέμβρη, με πήγε στον σταθμό των τραίνων η θεία μου, η αδερφή της μάνας μου και η πιο αγαπημένη μου θεία, καθώς γεννούσε η νύφη μου και οι γονείς μουν είχαν πάει Θεσσαλονικη. Ο κόμπος ήταν και πάλι εκεί. Ίσως πιο ισχυρός απο την χαρά που ένιωθα την Παρασκευή όταν έφευγα απο το κέντρο. Η θεία μου, σύζυγος στρατιωτικού, ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει αποχωρισμός σε σιδηροδρομικό σταθμό. Δεν ξέρω εκείνο το απόγευμα ποιός απο τους δυο μας δάγκωνε περισσότερο τα χείλη του για να μην κλάψει. Εκείνη που καταλάβαινε τι περνάω και συμπονούσε ή εγώ που το περνούσα. Και αργότερα, μέσα στο τρένο, που όλοι ήταν ενθουσιασμένοι απο το ΣΚ που πέρασαν αλλά εγώ σκεφτόμουν την εβδομάδα που ακολουθούσε και σφιγγόταν το στομάχι μου, το πιο ανέλπιστο μήνυμα συμπαράστασης απο μια συμφοιτήτρια μου, τη Ναταλία, η οποία χωρίς να ξέρει που είμαι και τι κάνω, μου έδωσε πολλή δύναμη και κουράγιο με απλές κουβέντες χωρίς σάλτσες και φανφάρες. Και την ευχαριστώ ακόμη και σήμερα.

Η θητεία ήταν πιο εύκολη. Είχα καλούς αξιωματικούς, ήμουν με καλούς στρατιώτες στον θάλαμο, απέκτησα και τον καλύτερο μου φίλο ως και σήμερα εκεί και γενικά, τα συγκινητικά περάσανε. Μετά έμειναν οι στιγμές γέλιου και ξεγνοιασιάς, όπως η ανάσταση που περάσαμε στο εκκλησάκι της μονάδας με τρελό κρύο (η Αλεξανδρούπολη είναι το Σαν Φρανσίσκο της Ελλαδας, μπάζει αέρα απο παντού), το κουβάλημα του επιταφίου σε εκκλησία της πόλης, η Δευτέρα του Πάσχα που μας βρήκε να τρώμε panini και να βλέπουμε το "planet terror” του Robert Rodriguez στο ΚΨΜ ενώ στο υπόλοιπο στρατόπεδο σούβλιζε αρνιά, τα γέλια στην επανδρωση και η απίστευτη λάσπη που τσαλαβουτούσαμε για να στήσουμε τα σκηνάκια, οι σκοπιές με παιδιά που δεν θέλαμε και δεν περνούσαν με τίποτε, οι βραδινές σκοπιές με ομίχλη και να μην ξέρεις απο που θα σου βγει ο εφοδεύοντας, οι επιθεωρήσεις και η λούφα στην "συντήρηση" τις Παρασκευές, οι κρίσεις βήχα που με άφηναν χωρίς οξυγόνο και ένα βράδυ νόμιζαν πως θα τους μείνω στα χέρια, το σφουγγάρισμα-mission impossible στο διοικητήριο με τον Δημήτρη, όπως και τα 15 κιλά που έχασα ως το τέλος της θητείας. Καλά, τα 15 κιλά τα ξαναπήρα σε χρόνο DT γιατί αυτό είναι το σκαρί μου και δεν αλλάζει.

Γενικά, όλα αυτά αποτελούν έναν χρόνο όχι πολύ δραστηριο απο τη ζωή μου αλλά σίγουρα δεν θα τον έλεγα πεταμένο. Μου έμαθε πολλά ο στρατός και νομίζω πως αν δεν είχα πάει, θα ήμουν λιγάκι διαφορετικός ως άνθρωπος. Άσε που τελικά ισχύει αυτό που άκουγα ως να πάω αλλά δεν το πίστευα: Αν αρχίσεις να λες ιστορίες απο τον στρατό, δεν σταματάς! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου