Τα ήσυχα βράδια της Λάρισας
Σήμερα το Facebook
με ενημέρωσε πως πριν 8 χρόνια
τέτοια μέρα βαρούσα σκοπιά με τον φίλο μου τον Παναγιώτη. Ωραίες εποχές... Για
τον στρατό όμως έχω ξαναγράψει. Συγκεκριμένα έχω γράψει ένα κείμενο που όταν το
διάβαζα στον φίλο μου, έκλαιγα. Πολύ σημαντικό για μένα (αλλά νομίζω τελείως
αδιάφορο για τους άλλους, κάτι που αφήνει κι εμένα πια αδιάφορο - το αν
ενδιαφέρουν κανέναν ή αρέσουν γενικά όσα γράφω).
Καθώς έβγαζα λοιπόν
τον σκύλο μου βόλτα σήμερα το βράδυ, ο συνδυασμός «ησυχία - τηγανίλα – Ιούλιος -
νύχτα» μου θύμισε τα χρόνια των σπουδών μου στη Λάρισα και αναπόλησα την
ανεμελιά τους αλλά και την τάξη στην οποία είχα τα πάντα στη ζωή μου μιας και
ήμουν εγώ για μένα και κύριος του εαυτού μου – τουλάχιστον στο εκτός Αθηνών
κομμάτι.
Έμενα σε ένα μικρό
διαμέρισμα κάνα μισάωρο μακρυά απ’ το κέντρο της πόλης, κάτι που δεν καθιστούσε
το σπίτι μου «στέκι» για την παρέα. Ποια παρέα δηλαδή... Είχα μια πολύ καλή
φίλη, την Λίτσα, που έχει καταγωγή από ένα κοντινό χωριό των Τρικάλων και
αργότερα, όταν εκείνη έφυγε από την πόλη, άρχισα να κάνω παρέα με τον Τάσο και
τον Γιάννη. Δύο straight παιδιά
που είχαμε πολύ καλή επικοινωνία και πάντα τα βρίσκαμε. Δυστυχώς πια δεν έχουμε
την επαφή που είχαμε και θα ήθελα, αλλά ξέρουν πως τους εκτιμώ κι εκείνοι εμένα
(ελπίζω). Δεν ήμασταν παρέα που μαζευόμασταν σε σπίτια, γιατί φεύγαμε μία από
δω και μία από κει...
Καλώς ή κακώς
είχα δημιουργήσει μια σχέση στην Αθήνα και για τα περισσότερα από τα έξι χρόνια
που έμεινα Λάρισα το πρόγραμμα ήταν ως εξής: Τρίτη-Τετάρτη όλη μέρα μαθήματα
(εργαστήρια) στη σχολή και Πέμπτη πρωί στις 8 ήμουν στο τρένο για Αθήνα, απ΄ όπου
γύριζα Δευτέρα βράδυ. Προς τα τελευταία χρόνια, που «έσφιξαν τα γάλατα», έφευγα
για Αθήνα Πέμπτη βράδυ, καθώς τα εργαστήρια ήταν τετράωρα και δεν χωρούσαν όλα
σε δύο μέρες.
Τα Σαββατοκύριακα
που έμενα στην πόλη, γιατί δεν είχα λεφτά να κατέβω ή είχα κάποιες υποχρεώσεις λόγω πρακτικής,
συνήθως δεν έβγαινα, καθώς όλοι οι συμφοιτητές μου ήταν από τις γύρω περιοχές
και δεν νοίκιαζαν, τουτέστιν ήταν μακριά απ’ την πόλη για να βγουν για βράδυ
εκεί.
Έχω περάσει ΣΚ
που μπήκα Παρασκευή στο σπίτι (έχοντας περάσει πρώτα από τον Γαλαξία) και βγήκα Δευτέρα πρωί για να πάω στη σχολή. Ακόμη και
σε μένα έκανα εντύπωση πόσο πολύ φίλο μου είχα κάνει τον ανθρωποδιώχτη. Αλλά
ήμουν ευτυχισμένος. Δεν ζορίστηκα. Αυτό ήθελα. Να μην μιλήσω με άνθρωπο.
Μαγείρευα λοιπόν
(έτσι τα θυμήθηκα όλα αυτά) μπορεί και στις δώδεκα το βράδυ και έτρωγα συνήθως
στα όρθια απέναντι από την τηλεόραση. Τι μαγείρευα; Ότι μαλακία μπορείς να
φανταστείς. Ότι μου άρεσε βασικά. Μπάμιες; Γεμιστά; Φασολάκια; Μπριζόλες; Ούτε
καν. Όλα αυτά, εκτός από τις μπριζόλες άρχισα να τα τρώω μετά τον στρατό. Πριν,
όχι!
Αυτά θυμήθηκα
απόψε. Την καλοκαιρινή ησυχία του προαστίου που ζούσα, όταν όλοι έφευγαν για
διακοπές κι εγώ ήμουν εκεί επειδή πχ έκανα την πρακτική μου στο θερμοκήπιο της
σχολής κι έτρωγα τα 45άρια της θεσσαλικής πρωτεύουσας κατακέφαλα. (Τότε ήταν
που έκοψα και τα μαλλιά μου - που μάκραινα τέσσερα χρόνια - λόγω της ζέστης). Η
ησυχία του διώροφου που έμενα αλλά και όλης της γειτονιάς, όταν έβγαινα στο
μπαλκόνι στις 2 το πρωί και λόγω της μηδενικής φωτορύπανσης έβλεπα τα αστέρια,
ένιωθα το ελαφρώς δροσερό πλακάκι στο μπαλκόνι να δροσίζει τις πατούσες μου και
το αεράκι της Λάρισας να μεταφέρει τη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου χόρτου. Αυτό
το αγαπώ ακόμη και σήμερα στη Λάρισα, όταν σταματάμε με το λεωφορείο και βγαίνω
συνήθως στις 4 το πρωί έξω, να μυρίσω την ατμόσφαιρα και να νιώσω τη δροσιά της
λαρισαϊκής εξοχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου